Χάρης Δούκας, Αν. Καθηγητής Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ)

Πάρης Χαρλαύτης, Γεν. Γραμματέας Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδας (ΣΠΜΕ)

Βλάσης Οικονόμου, Γεν. Διευθυντής Ινστιτούτου Ευρωπαϊκής Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής (IEECP)

Τα προγράμματα ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ μετρούν ήδη 11 χρόνια ζωής. Από το 2010, που δημιουργήθηκε το «Εξοικονομώ Κατ’ Οίκον», το πρώτο πρόγραμμα τέτοιου είδους και εμβέλειας σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, πολλά πράγματα άλλαξαν και κάποιες σταθερές παρέμειναν αναλλοίωτες.

Η πρώτη, βασική, σταθερά είναι πως η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί τον κορυφαίο πυλώνα ενός βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης της χώρας, που παράγει πλούτο, δημιουργεί θέσεις εργασίας και δίνει ωφέλειες στα χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος ελληνικά νοικοκυριά.

Η δεύτερη είναι η ίδια η απήχηση αυτών των προγραμμάτων, που είναι διαρκώς αυξανόμενη, με αποτελέσματα υπαρκτά και μετρήσιμα για όλους, καθώς:

  • Τα προγράμματα αυτά αποτέλεσαν την πρώτη και μοναδική, μέχρι και σήμερα, μεγάλης κλίμακας προσέγγιση για να θωρακιστούν ενεργειακά τα νοικοκυριά.
  • Η συνεισφορά τους στη στήριξη της οικονομίας γενικά και της οικοδομής ειδικότερα ήταν τεράστια, κυρίως την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Όμως, από το 2010 έως σήμερα, το περιβάλλον που αναπτύχθηκαν και λειτούργησαν τα προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας έχει αλλάξει. Οι ΑΠΕ και η τεχνολογία τους έχει ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στη ζωή μας, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει λάβει τη γενναία απόφαση για την κατάργηση των ορυκτών καυσίμων (λιγνίτης, πετρέλαιο, φυσικό αέριο) ως μέσα παραγωγής ενέργειας και ο όρος κλιματική αλλαγή έχει μετατραπεί σε κλιματική κρίση.

Οι νέες αυτές συνθήκες, ενσωματώνονται επαρκώς στο νέο Εξοικονομώ;

Σίγουρα, ορισμένες από τις τελευταίες βελτιώσεις που έγιναν είναι προς τη σωστή πλευρά, με κορυφαία την κατάργηση του first come – first served. Μπαίνουν επιτέλους κριτήρια αξιολόγησης, με ιδιαίτερη έμφαση και σε κοινωνικά θέματα, όπως αυτό της καταπολέμησης της ενεργειακής φτώχειας, που προτείναμε και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας POWEPOOR (https://powerpoor.eu/). Άλλες όμως, υπολείπονται σε τόλμη και πρωτοπορία.

Τόσο το Εξοικονομώ, όσο και όλες οι δημόσιες επενδύσεις, είναι ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να διαπνέονται από μια λογική ολιστικής θωράκισης των νοικοκυριών και της εθνικής οικονομίας.

Για παράδειγμα, η Ελλάδα έχει πολύ μεγάλη και ισχυρή εγχώρια βιομηχανία παραγωγής κουφωμάτων, αλλά και πολύ σημαντικές εταιρείες στο χώρο των μονώσεων. Με αυτή τη λογική, είναι λάθος να έχουν την ίδια βαθμολογία με λέβητες φυσικού αερίου. Η επιδότηση αντικατάστασης καυστήρων φυσικού αερίου, μια δράση που συνεχίζεται από τα προηγούμενα προγράμματα, είναι προβληματική και για μία σειρά από επιπλέον λόγους.

Ένας λόγος είναι πως η απόδοση του φυσικού αερίου σε οικιακό/ εμπορικό τομέα είναι πια πολύ χαμηλότερη από αντίστοιχες αντλίες θερμότητας. Αντίστοιχα και ο χρόνος ζωής ενός καυστήρα είναι πολύ μικρότερος από μία αντλία θερμότητας. Επιπλέον, το κόστος του καυσίμου είναι ευάλωτο σε εξωτερικές συνθήκες για τους λέβητες φυσικού αερίου. Μέσα στο 2021 η τιμή του φυσικού αερίου έχει εκτιναχθεί, συμπαρασύροντας προς τα πάνω κάθε υπηρεσία ή μεταποίηση που το χρησιμοποιεί, και αυξάνοντας δραματικά το κόστος ενέργειας για τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία. Επίσης, η τιμή των αντλιών θερμότητας θα έχει μειωθεί περίπου στο 40% σε κόστος κατασκευής στα επόμενα χρόνια (με βάση και την πρόβλεψη του Ευρωπαϊκού φορέα Αντλιών Θερμότητας), καθιστώντας τες απόλυτα ανταγωνιστικές των λεβήτων φυσικού αερίου.

Σημαντικότερος όμως λόγος είναι να αντιληφθούμε ότι το ενεργειακό μέλλον αλλάζει ριζικά, μετά τις ανακοινώσεις και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Ιούλιο για το νέο πακέτο Fit-for-55, που θα μας μετατρέψει σε μία κλιματικά ουδέτερη κοινωνία. Η θέρμανση κατοικιών και τα κτίρια θα έχουν ηγετικό ρόλο, και σε αυτή τη λογική αποφασίστηκε πως η χρηματοδότηση ορυκτών καυσίμων και αερίων σε λέβητες δε θα είναι επιλέξιμη εφεξής, με τον στόχο να αφορά στην αντικατάσταση των υπαρχόντων από καθαρές τεχνολογίες και η αύξηση συνολικά της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων. Άλλωστε, με βάση τη νέα οδηγία Eco design, οι καυστήρες φυσικού αερίου θα πρέπει να αντικαθίστανται από το 2025 (“phasing out”) με καθαρότερες μορφές καυσίμου και εξηλεκτρισμό θέρμανσης. Τέλος, η αναθεώρηση των στόχων για το μεθάνιο στην Ευρώπη θα προκαλέσουν νέα πίεση στα δίκτυα μεταφοράς του φυσικού αερίου και στο καύσιμο αυτό συνολικά με αποτέλεσμα να δυσχεράνουν ακόμα περισσότερο την χρηματοδότησή του.

Σημειώνεται πως έχει προβλεφθεί και η θεσμοθέτηση ενός συστήματος αδειών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για κάθε ορυκτό καύσιμο και αέριο που εισάγεται στη θέρμανση. Αν και αυτή η πρόβλεψη είναι προβληματική και συναντά πολλές αντιδράσεις, παρόλα αυτά δείχνει τη συνολική αλλαγή πορείας της Επιτροπής. Η πρώτη λοιπόν κατεύθυνση αφορά στην απουσίας επιδότησης για την προώθηση λεβήτων φυσικού αερίου, που διαφορετικά θα χρειαστεί να «ξηλωθούν» λίγα χρόνια αργότερα.

Στο αντίποδα, θα πρέπει να ενισχυθεί η εγχώρια βιομηχανία κατασκευής κουφωμάτων και μονώσεων με έμφαση σε ένα πιο περιβαλλοντικά σωστό αποτύπωμα. Εδώ όμως πρέπει να δοθεί προσεχή στο εξής. Σε 20 χρόνια από τώρα, που θα λάβουν χώρα οι επόμενες ανακαινίσεις, τί θα απογίνουν οι τόνοι εξηλασμένης και διογκωμένης πολυστερίνης που θα παραχθούν κατά τις αποξηλώσεις/κατεδαφίσεις; Αφού υπάρχει η συγκεκριμένη αγορά και βιομηχανία στη χώρα μας, θα πρέπει να επιδοτηθεί η καινοτομία και η εξέλιξή της. Η 2η κατεύθυνση αφορά στην επιδότηση και στην μεγαλύτερη μοριοδότηση για την τοποθέτηση μονώσεων φιλικών προς το περιβάλλον, βιοδιασπώμενων, οι οποίες να θωρακίζουν έναντι πυρκαγιάς. Οι πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές στη χώρα μας έδειξαν την αξία τέτοιων υλικών.

Επίσης, δια μέσου τέτοιων προγραμμάτων, μπορεί να στηριχθεί (και οφείλει να στηριχθεί) η ενεργειακή αυτάρκεια των πολιτών. Η έμφαση λοιπόν θα πρέπει να είναι στην αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας στα σπίτια μας, στην ενίσχυση της αυτοπαραγωγής και συνεπαγόμενα της ενεργειακής δημοκρατίας. Ο υπάρχων σχεδιασμός δεν καθιστά την εγκατάσταση συστημάτων παραγωγής καθαρής ενέργειας στα νοικοκυριά ιδιαίτερα ελκυστική.

Το κόστος των προγραμμάτων στην αρχική τους φάση ήταν πολύ ακριβότερο από αντίστοιχα Ευρωπαϊκά (λόγω του σχεδιασμού τους), επιτυγχάνοντας κοστοβόρες εξοικονομήσεις. Με το νέο σχεδιασμό τους, το κόστος τους μειώνεται σημαντικά . Όμως, τα προγράμματα αυτά ακόμα δεν συνοδεύονται από εισοδηματικούς ελέγχους, με αποτέλεσμα αρκετοί δικαιούχοι να λαμβάνουν υψηλά ποσοστά επιδότησης (ενώ τα πραγματικά τους εισοδήματα είναι αρκετά υψηλότερα), δημιουργώντας έτσι μεγάλο “free-ridership” και μειώνοντας τα ποσά για τα πραγματικά ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά. Στο νέο πρόγραμμα θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει και ένας μηχανισμός ελέγχου (ποιοτικού, σε συνδυασμό με τις φορολογικές αρχές).

Η ολιστική προσέγγιση της ενεργειακής αυτάρκειας, μέσα από τις παραπάνω κατευθύνσεις, μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των κτιρίων μας συνολικά (και στα ακραία φαινόμενα), καθώς και την οικονομία μας από γεωπολιτικά παιχνίδια ισχύος τρίτων χωρών.